εὐαγγελίου

εὐαγγελίου
εὐαγγέλιον
reward of good tidings
neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • Εὐαγγελίου — Εὐαγγέλιος giver of glad tidings masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευαγγελικός — ή, ό (ΑΜ εὐαγγελικός, ή, όν) [ευαγγέλιο] 1. αυτός που ανήκει ή περιέχεται στο Ευαγγέλιο («ευαγγελικές ρήσεις») 2. ο σύμφωνος με τα διδάγματα τού Ευαγγελίου («ευαγγελική υπομονή») νεοελλ. 1. το αρσ. ως ουσ. ο Ευαγγελικός αυτός που ανήκει στον… …   Dictionary of Greek

  • Minuscule 482 (Gregory-Aland) — New Testament manuscripts papyri • uncials • minuscules • lectionaries Minuscule 482 John Evangelist folio 226 verso …   Wikipedia

  • ιεραποστολή — ἡ 1. η οργανωμένη από την Εκκλησία αποστολή κηρύκων τού ευαγγελίου σε μη χριστιανικές χώρες με σκοπό τη διάδοση τού χριστιανισμού και την ηθική και υλική ενίσχυση τών ανθρώπων τής περιοχής 2. φρ. «εσωτερική ιεραποστολή» η οργανωμένη προσπάθεια… …   Dictionary of Greek

  • πράξη — η / πράξις, εως, ΝΜΑ, ιων. τ. πρῆξις, ήξιος, Α [πράττω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πράττω, η επιτέλεση έργου και το επιτελούμενο έργο (α. «η πράξη τού αποτρόπαιου φόνου» β. «μιᾱς δὲ μόνον μνησθήσομαι πράξεως», Ισοκρ.) 2. το επιτελούμενο… …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

  • Ευαγγελιστές — Ονομασία με την οποία χαρακτηρίζονται στην Καινή Διαθήκη οι κήρυκες του Ευαγγελίου. Ο όρος Ε. όμως περιορίστηκε στους συγγραφείς των τεσσάρων Ευαγγελίων (Μάρκο, Ματθαίο, Λουκά και Ιωάννη) από την εποχή του Ιππόλυτου και του Τερτυλλιανού. Ο… …   Dictionary of Greek

  • Μάρκος ο ευαγγελιστής — (1ος αι. μ.Χ.). Εβραίος ευαγγελιστής, συγγραφέας του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου. Γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ και από νεαρή ηλικία προσχώρησε στον χριστιανισμό μαζί με την οικογένειά του. Στο σπίτι του κατέφυγε, μετά την έξοδό του από τη φυλακή, ο… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Βυζαντινό Πεδουλά (Κύπρου) — Λειτουργεί από το 1999 σε μια αίθουσα του παλαιού δημοτικού σχολείου του χωριού, λίγα μόνο μέτρα από το βυζαντινό κατάγραφο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ (15ος αι.), που είναι μία από τις εννέα εκκλησίες της Κύπρου που περιλαμβάνονται στον κατάλογο… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Εκκλησιαστικό Εκατονταπυλιανής Πάρου — Η εκκλησία της Εκατονταπυλιανής (ονομασία που πήρε από τις εκατό πύλες που, σύμφωνα με την παράδοση, είχε) ή Καταπολιανής (που σημαίνει κατά την πόλη, δηλαδή προς το μέρος της αρχαίας πόλης) θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”